Σάββατο, 28 Μάιος 2011
Από το «πλούσιο» Βερολίνο, άρθρο- ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ του συντάκτη μας Παύλου Κωνσταντινίδη, για την χρεωκοπημένη Ελλάδα… [του ένδοξου χθες…], [του αβέβαιου σήμερα], [του αύριο ;;;]…
Χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα ο πόνος ταξιδεύει ασυνόδευτος. Η μαυρίλα και η απόγνωση μού ‘ρχονται εικόνα μέσα από το κωλοfacebook και τις απεριόριστες δωρεάν κλήσεις μου. Μας κάψατε τη χώρα, πούστηδες. Η Ελλάδα του Μακρυγιάννη, του 1-1-4, του Πολυτεχνείου, η Ελλάδα του Ελύτη και του Μανόλη Γλέζου, σαν πουτάνα με ξεσκισμένα ρούχα που περιφέρεται στους δρόμους. Κι όλοι εμείς χαμένοι στους φόβους, με φωνή στραπατσαρισμένη, βαράμε σκοπιά στο καταφύγιο του εγώ μας. Όσου εγώ μας απέμεινε δηλαδή.
Στους ίδιους δρόμους τα κοπρόσκυλα προστατεύουν τον πολίτη και ενίοτε τον στέλνουν με κώμα στο νοσοκομείο, ενώ οι δολοφόνοι κυνηγούν μετανάστες. Μας κάψατε τη χώρα. Διώξατε κάθε ζωντανό κύτταρο και μας αφήσατε αμανάτι το κωλοφοιτηταριό απάνω στα τραπέζια, που μόνο φόβο έχει μην τυχόν και κλείσει το Ποσείδι, τους Ελληναράδες που καημό έχουν να πάρει γήπεδο ο Ηρακλής και από δίπλα τη μάνα μας και τον πατέρα μας που μας κοιτάζουν ανήμποροι, με μια συγγνώμη που δεν μπορεί πια να αγοράσει τίποτα. Σωπάσαν τα τραγούδια μας και μείναμε μόνοι στο σκυλάδικο, να μαζεύουμε σπασμένες μπουκάλες και να πετάμε πανέρια με γαρίφαλα ο ένας στον άλλο. Δανεικές μαγκιές και τελευταία παραπατήματα. Το μεθύσι τέλειωσε, χτύπα τώρα μαλάκα ένα βαρβάτο πονοκέφαλο να δεις τη γλύκα.
Μας αφήσατε το δίλημμα της εξαθλίωσης ή της φυγής. Δε γουστάρω ρε αλήτες να αφήσω τα χώματα που έπαιζα παιδί, τα τραπεζώματα που έφταναν μέχρι την άκρη του κήπου μου, δεν ξεπουλιούνται ρε μαλάκες τα αρώματα κι οι γεύσεις που με μεγάλωσαν, δε μετριούνται με κανένα απάνθρωπο αλγόριθμο της Κομισιόν.
Τέρμα τα γέλια, παίδες. Δε μας παίρνει πια. Τέλειωσαν τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη, τα καρντασιλίκια, οι δηθενιές μας. Κατοχικά νομίσματα είναι, παίδες. Δεν παίρνουν ούτε ένα σακί πατάτες. Πενήντα πάτους θα βγάλει το βαρέλι κι όλο θα πηγαίνει και πιο κάτω. Γουστάρετε να τσεκάρουμε μέχρι πού φτάνει; Αντέχει η όση αξιοπρέπεια μας απέμεινε; Εγώ πάντως δεν αντέχω άλλο. Δεν είμαι ούτε επαναστάτης, ούτε οραματιστής, ούτε μάγκας. Αλλά τράβηξε χειρόφρενο η πουτάνα η αντοχή μου.
Αλλιώς τον ονειρευτήκαμε τον κόσμο μας. Κι ήταν περήφανος, είχε χαμόγελο, αγαπούσε χωρίς γιατί και πόσο, κοιτούσε μέσα στα μάτια και έλεγε αλήθεια. Και δεν ξέρω αν θα τον φτιάξουμε ποτέ, αλλά αν δεν τα καταφέρουμε, θα ‘μαστε άξιοι της μοίρας μας. Τέρμα τα γέλια, παίδες. Και τέρμα τα πρόσωπα που κρύβονται μες στις παλάμες. Να τον κερδίσουμε τον κόσμο μας.
Προσέξτε, αλήτες. Σας την έχουν στημένη τα όνειρά μας.
Βερολίνο, 25/5/2011 Παύλος Κωνσταντινίδης pavloskon@yahoo.gr